“Εγώ και ο Μάξ»

1943---335Μ-με-τον-ΜΑΞ«Εγώ και ο Μαξ»

 

Γράφει ο Απτχος (Ι) εα Γιώργος Πλειώνης

 

Ο αντιπτέραρχος (Ι) ε.α. Γιώργος Πλειώνης, απόφοιτος της 9ης Σειράς της Σχολής Ικάρων, πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Βετεράνων Αεροπορίας σήμερα, υπηρέτησε ως χειριστής στην 335 ΜΔ, ενώ αργότερα διετέλεσε και διοικητής του ελληνικού 13ου Σμήνους στον πόλεμο της Κορέας. Στη Μέση Ανατολή, ο Γ. Πλειώνης, χρειάστηκε να πέσει δύο φορές με αλεξίπτωτο στη Μεσόγειο, όταν εκτελούσε αποστολή συνοδείας συμμαχικής νηοπομπής. Στο κείμενο που ακολουθεί περιγράφει τις περιπέτειες του από εκείνη την εποχή.

“Αφού έσπασε το μέτωπο στο Ελ Αλαμέιν και οι Γερμανοί άρχισαν την υποχώρηση, οι σύμμαχοι τους πήραν, στην κυριολεξία, στο κυνήγι. Μαζί με τους συμμάχους κι εμείς, αρχίσαμε να μετακινούμαστε συνεχώς, απ’ το ένα αεροδρόμιο στο άλλο. Οι μετακινήσεις αυτές γίνονταν αεροπορικώς και φυσικά, με φορτηγά, σε κομβόι, διότι η Μοίρα δεν είχε μόνον τα αεροπλάνα, θυμάμαι, λοιπόν, συναντούσαμε Γερμανούς και Ιταλούς στον δρόμο, εξαθλιωμένους, που μας εκλιπαρούσαν να τους μαζέψουμε. αλλά δεν είχαμε χώρο γι’ αυτούς στα φορτηγά μας. Πολύ θλιβερές εικόνες. άνθρωποι ήταν. Όταν ο άλλος δεν έχει όπλο να σε πολεμήσει είναι άνθρωπος και τον λυπάσαι. Ούτε νερό δεν είχαμε να τους δώσουμε. Ένα παγούρι νερό την ημέρα μας δίνανε. Στην έρημο. Και τι τρώγαμε, εμείς που πετάγαμε; Επτά και οκτώ ώρες πτήση την ημέρα, τρεις τέσσερις αποστολές την ημέρα, και τρώγαμε μια γαλέτα, η οποία ήταν σκληρή σαν πέτρα. Σπάγαμε τη μια με την άλλη και τη βάζαμε μέσα σε μια κούπα νερό για να μαλακώνει. Με το νερό που μας δίνανε έπρεπε να πλυθείς, να ξυριστείς και να ξεδιψάσεις. Μέσα στην έρημο όλα αυτά…

Προσωπικά, την πρώτη μου μεγάλη περιπέτεια την είχα στις 12 Φεβρουαρίου 1943, πετώντας με Ηurricane. Είχα τότε μαζέψει έναν σκύλο, τον Μαξ. Όλοι τον αγαπούσαν στη Μοίρα, αλλά εγώ τον είχα πάρει υπό την προστασία μου.

Εκείνο το πρωί έπρεπε να πάμε να βρούμε μια νηοπομπή 14 πλοίων που είχε ξεκινήσει από την Αγγλία. αλλά τα ίχνη τους είχανε χαθεί, κάπου μετά τη Μάλτα νομίζω, και τελικά, μόλις δύο φτάσανε στην Αλεξάνδρεια. Όλα τα άλλα τα είχανε ήδη βυθίσει οι Γερμανοί.

Ξυπνήσαμε νύχτα και απογειωθήκαμε μέσα στο σκοτάδι. Είχε δε και τρομερή κακοκαιρία. Πριν απογειωθώ όμως, ο Μαξ φερόταν περίεργα. Δεν με άφηνε να ανεβώ στο αεροπλάνο, με τράβαγε από το μπατζάκι, με δάγκωνε. Τον έκανα πέρα κι αυτός ξαναρχόταν. Μου λέει τότε ο Υπόλογος: «Κύριε ανθυποσμηναγέ, μήπως δεν πρέπει να πετάξετε; Γιατί κάνει έτσι το σκυλί;» Σώπα, ρε, που δεν θα πετάξω, του είπα. αστεία πράγματα.

Ήμουν ζευγάρι μαζί με τον Θανάση τον Κουντούρη. Είχαμε σηκωθεί από τη Μάρσα Ματρούχ, είχε βροχή, ομίχλη, πολύ κακή ορατότητα. Είχαμε πάρει τέτοια θέση μεταξύ μας, ώστε να βλεπόμαστε για να μη χαθούμε αλλά και να μπορέσουμε να εντοπίσουμε το κομβόι. αυτός ήταν από τη μεριά της ακτής, εγώ προς τα ανοιχτά. Είδα τα πλοία κάποια στιγμή. αλλά για να γίνει η αναγνώριση έπρεπε να ρίξω φωτοβολίδα – η οποία, ήταν προκαθορισμένη κάθε φορά: τόσων αστέρων, τάδε χρώματος. Εάν πήγαινες από πάνω από το πλοίο χωρίς φωτοβολίδα, σε χτυπούσανε. Τους είδα, πήρα μια στροφή από τη δεξιά μεριά. Η διαδικασία ήταν η εξής: άνοιγες την καλύπτρα και ακουμπούσες το χέρι στην κουπαστή – δεν το έβγαζες έξω, στο έπαιρνε ο αέρας. Ακουμπούσες εκεί και πάταγες τη σκανδάλη. Έρχομαι, εγώ τώρα, σε τέτοια θέση για να με δούνε και πάω να τραβήξω τη φωτοβολίδα. Δοκίμασα μία, δύο, τρεις φορές, η φωτοβολίδα δεν άναψε. Τότε τρόμαξα μήπως με χτυπήσουν. απομακρύνθηκα πάλι, πήρα το πιστολάκι, κι αντί να το πετάξω έξω, το έβαλα μέσα στη θήκη. Κλείνω και την καλύπτρα. Είχαμε μια θήκη δεξιά όπου βάζαμε τους χάρτες. Έβαλα το πιστόλι εκεί και συνέχισα.

Κάποια στιγμή ακούω ένα μπουμ. Φαίνεται ότι το καψούλι είχε μια βραδύτητα. από κάτω η θήκη είχε πάτο, οπότε χτυπάει το καψούλι τον πάτο και είδα μπροστά μου να πετάγονται τα «αστέρια» της φωτοβολίδας. Και το αεροπλάνο ήταν γεμάτο λάδια. Κανείς δεν το καθάριζε. Οπότε, όπου έπεφτε το «αστέρι» άναβε και μια φλόγα. Η συγκεκριμένη, αν δεν κάνω λάθος, πρέπει να ήταν τριών αστέρων. Το πιλοτήριο, πολύ στενό και άβολο, δεν είχε πυροσβεστικό σύστημα, όπως τα σύγχρονα καταδιωκτικά. Εν τω μεταξύ, δεν επιτρεπόταν και να μιλήσω, απαγορευόταν. Ούτε «Μέι Ντέι» δεν μπορούσα να μεταδώσω, μπορεί να με άκουγε ο εχθρός. Φούντωσε η φλόγα, ήμουνα στα 1.800 πόδια, δηλαδή στα 600 μέτρα, οπότε το παίρνω απόφαση. Γυρίζω το αεροπλάνο κάπως, ανοίγω την καλύπτρα, λύνομαι, του δίνω και μια ανάποδη για να μη με πάρει κάτω μαζί του και πηδάω.

Έπεσα σαν σταφύλι μέσα στη θάλασσα. Η πρώτη μου ενέργεια ήταν να ανοίξω το σωσίβιο και να απαλλαγώ από το αλεξίπτωτο, το οποίο με τον άνεμο με παρέσυρε. Έπρεπε κανονικά να ανοίξω τη βάρκα, το ντίνγκι. Για να μπω μέσα αλλά δεν μπορούσα να ανοίξω το λουράκι γιατί είχαν σκουριάσει οι κόπιτσες. απαλλάχτηκα από το αλεξίπτωτο, αλλά η βάρκα με παρέσυρε προς τα κάτω. Έπρεπε να απαλλαγώ από το ντίνγκι, αλλιώς θα πνιγόμουν.

Η αγωνία μου ήταν αν με είχανε δει ότι είχα πέσει. Νομίζω, με είδανε ύστερα από αιώνες. Έτσι μου φάνηκε. Στην πραγματικότητα, πρέπει να ήταν γύρω στα 20 με 30 λεπτά. Έβλεπα το φορτηγό πλοίο και τα δύο πολεμικά που το συνόδευαν κάθε φορά που το κύμα με ανέβαζε στην κορφή του. αλλά μετά έπεφτα μέσα στην κοιλότητα, ανάμεσα στα κύματα, και τα έχανα, αυτοί με είδαν ότι είχα πέσει και ερχόντουσαν προς το μέρος μου. αλλά με έχαναν κάθε τόσο και άλλαζαν πορεία πάλι. Ήταν αποκαρδιωτικό, αλλά τα κατάφεραν και με πλησίασαν και με μάζεψαν με χίλιες δυσκολίες. Μου έριξαν ένα σχοινί, αλλά ήμουν και τρομερά εξαντλημένος από την προσπάθεια και με το κύμα έχανα το σχοινί. Ήξερα ότι στο παρελθόν είχε συμβεί να χτυπήσουν ναυαγούς με τις προπέλες τα πλοία. Ήθελε προσοχή μεγάλη. Τελικά ήρθαν κάτι Βρετανοί ναύτες και με μάζεψαν. Με βάλανε σε μια κουκέτα, με τύλιξαν με μια κουβέρτα, τα δόντια μου χτυπούσαν, αλλά συνήλθα. Έξι το απόγευμα πιάσαμε Αλεξάνδρεια, έμεινα εκεί καμιά μέρα και βρήκα αυτοκίνητο και γύρισα.

Το αστείο ποιο είναι; Μόλις με είδε ο Κουντούρης να πέφτω, έφυγε αμέσως και πήγε πίσω στη Μοίρα. Τους είπε ότι το κομβόι έριξε τον Πλειώνη, πάμε πίσω να τους βυθίσουμε. Φυσικά, ο μοίραρχος, ο Πάγκαλος ήταν σοβαρός άνθρωπος και δεν παρασύρθηκε. Όταν γύρισα στη Μοίρα, ο Πάγκαλος μου είπε, αφού έπαθες αυτό να πας εκπαιδευτής πια. Πολλοί συνάδελφοι είχαν πάθει σοκ ύστερα από τέτοια ατυχήματα και δεν ήθελαν να ξαναπετάξουν σε τέτοιες αποστολές. αλλά δεν ήθελα να πάω εκπαιδευτής. Ήθελα να μείνω στη Μοίρα. Και τελικά τον έπεισα.

Αλλά είχα μια ακόμα ανάλογη περιπέτεια. Στις 30 Ιουνίου 1944 με Spitfire, αυτήν τη φορά, από βλάβη του κινητήρα. αλλά αυτήν τη φορά η θάλασσα ήταν ήρεμη. Είχε πια καλοκαιριάσει. Θυμάμαι, μετά την πρώτη πτώση, είχα φάει τους τεχνικούς μας να ελέγχουν καλά τις βάρκες, τα ντίνγκι. Μου έλεγαν αυτοί: καλά εσύ τι φωνάζεις; Έπεσες μια φορά, θα ξαναπέσεις;

Και ξανάπεσα. αυτήν τη φορά, άνοιξε και το ντίνγκι, μπήκα μέσα, ήρθε το πλοίο και με μάζεψε μέσα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Η δεύτερη πτώση δεν είχε καμία σχέση με την αγωνία της πρώτης.

Θυμάμαι, ύστερα από μισό αιώνα και πλέον, τον Μαξ, τον σκύλο μου. Ένα παράξενο πράμα. Πώς έκανε εκείνο το πρωί, σαν να μην ήθελε να πετάξω, λες και ήξερε ότι κάτι κακό θα μου συμβεί. Δεν πιστεύω σ’ αυτά τα πράγματα, αλλά όταν συμβαίνουν, μετά κάνεις περίεργες σκέψεις. Θυμάμαι, μια φορά μας τον έκλεψαν κάτι Φελάχοι κι έφυγε σχεδόν όλη η Μοίρα να τον βρει. Τόσο πολύ τον αγαπούσαμε. Τον βρήκαμε και τον φέραμε πίσω όλο χαρά. Ο Μαξ στάθηκε πιο άτυχος από μένα. Λίγο καιρό αργότερα, ένα φορτηγό τον άφησε στον τόπο.»

Καθημερινή 14-11-2004